ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΕΡΙΑ DE BREVITATE VITAE

ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΕΡΙΑ DE BREVITATE VITAE




ΚΕΡΙΑ

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμέμες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κατάμαυρα κεριά, κυρτά, λυωμένα.

Δεν θέλω να τα βλέπω·με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ'αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίζω, να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.


Del futuro i giorni stanno di fronte a me
come una fila di candeline accese
d'oro, calde, vive candeline.

Le giornate trascorse rimangono indietro,
una fila triste di candele spente;
le più vicine emettono fumo ancora,
candele completamente nere, contorte e sciolte.

Non le voglio vedere. Mi fa soffrire il loro aspetto,
mi addolora la loro antica (lett. prima) luce ricordare.
Guardo avanti le mie candele accese.

Non mi voglio girare per non vedere e provare sgomento
nell'osservare quanto velocemente la linea oscura si accresce,
quanto velocemente le candele spente si accrescono.

(trad. it. P. Manuello)


Da un punto di vista linguistico si noti:

v.1 στέκονται (stanno) < gr. med. στέκω < gr. tardo ἑστήκω < pf. ἕστηκα di ἵστημι.


v.2 σα(ν) (come) < gr. ant. ὡσάν (ὡς ἄν).


κεράκια diminutivo di κερί το (candela) < gr. med. κηρίν < gr. ant. κηρίον diminutivo di κηρός (“cera” cfr. Hom., Od., XII, 48).


αναμένα (accese) < ανάβω (gr. ant. ἀνάπτω = accendere. Cfr. Hdt., II 133,4; Eur., Or., 1137).


v.4 περασμένες (passate) < περνώ < gr. ant. περάω.


πίσω (indietro) < gr. ant. ὀπίσω.


v.5 θλιβερός, ή, ό cfr. gr. ant. θλίβω


σβυσμένων (spente) < σβύνω (σβήνω) < gr. ant. σβέννυμι.


v.6 κοντά (vicino) < gr. med. κοντά, neutro pl. agg. gr. ant. κοντός, ή, όν.


βγάζουν (emettono) < gr. ant. ἐκβιβάζω.


ακόμη (ancora) < gr. med. ακομή < gr. ant. ἀκμήν accusativo avverbiale di ἀκμή (proprio ora, ancora, allora, tuttora).


v.8 δεν (non) < gr. ant. οὐδέν.


v.9 θυμούμαι (ricordo) < gr. med. θυμοῦμαι < gr. ant. ἐνθυμέομαι.


v.12 γρήγορα avv. (velocemente) < gr. med. γρήγορος < gr. tardo ἐγρήγορος, ον (sveglio).

Commenti

Post più popolari